Αποκαλύπτοντας τον ρόλο του λίπους στην ανάπτυξη του διαβήτη

Νέα έρευνα μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την επίκτητη ασθένεια του διαβήτη τύπου 2. Υποδεικνύει ότι το λίπος μπορεί να έχει έναν εκπληκτικό νέο ρόλο ως κύρια αιτία της διαταραχής, γεγονός που διευρύνει την άποψη ότι ο διαβήτης είναι ασθένεια του παγκρέατος και του ήπατος.

Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2019

Η νέα μελέτη, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Cell Metabolism, αμφισβητεί τις τρέχουσες αντιλήψεις για το τι προκαλεί τον διαβήτη. Πάνω από δύο δεκαετίες πριν, οι ερευνητές πρότειναν ότι η δράση ενός ενζύμου που ονομάζεται πρωτεϊνική κινάση C epsilon (PKCɛ) στο ήπαρ μπορεί να προκαλέσει διαβήτη. Αυτό το ένζυμο, σύμφωνα με τους ερευνητές, αναστέλλει τη δραστηριότητα της ινσουλίνης μέσω της δράσης του σε υποδοχείς της ινσουλίνης. Έκτοτε, άλλες μελέτες έχουν δείξει ότι η εξάλειψη του γονιδίου ΡΚCε σε ποντίκια τα προστάτευε από τη δυσανεξία στη γλυκόζη και την αντίσταση στην ινσουλίνη όταν ακολουθούσαν μια δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά. Ωστόσο, η ακριβής θέση ενεργοποίησης αυτού του ενζύμου παρέμεινε ασαφής.

Διαβάστε επίσης: Η σχέση μεταξύ των διαφορών στον λιπώδη ιστό ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες και της κατάστασης της υγείας τους

Τα ευρήματα της πρόσφατης έρευνας με επικεφαλής τον Carsten Schmitz-Peiffer, αναπληρωτή καθηγητή στο Ινστιτούτο Ιατρικών Ερευνών του Garvan στο Darlinghurst της Αυστραλίας, δείχνει ότι το συκώτι δεν είναι υπεύθυνο για την ενεργοποίηση του ενζύμου και την εξάπλωση των βλαβερών επιπτώσεών του. Αντ 'αυτού ενοχοποιείται ο λιπώδης ιστός σε όλο το σώμα. Η παχυσαρκία είναι γνωστός παράγοντας κινδύνου για τον διαβήτη τύπου 2 και η τρέχουσα μελέτη προστίθεται στις αυξανόμενες έρευνες που ξεδιπλώνουν τη σχέση μεταξύ του σωματικού λίπους και τον κίνδυνο ανάπτυξης της μεταβολικής κατάστασης. Επιπλέον, μπορεί να οδηγήσει σε νέες στρατηγικές διακοπής της δραστηριότητας του PKCε και, τελικά, σε νέες θεραπείες.

Ο Schmitz-Peiffer και οι συνάδελφοί του έδωσαν σε εργαστηριακά ποντίκια να τραφούν με μια δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, προκαλώντας έτσι στα ζώα συμπτώματα διαβήτη τύπου 2, όπως δυσανεξία στη γλυκόζη και αντίσταση στην ινσουλίνη. Η αντίσταση στην ινσουλίνη εμφανίζεται όταν το ήπαρ δεν αντιδρά πλέον στην ινσουλίνη, την ορμόνη που εκκρίνεται από το πάγκρεας. Στη συνέχεια, οι ερευνητές απέκλεισαν το γονίδιο που ήταν υπεύθυνο για το PKCɛ στο ήπαρ ή το γονίδιο που ήταν υπεύθυνο για το PKCɛ σε ολόκληρο τον λιπώδη ιστό των ποντικών και συνέκριναν τα αποτελέσματα.

"Η μεγάλη έκπληξη ήταν ότι, όταν αφαιρέσαμε την παραγωγή PKCε ειδικά από το συκώτι - τα ποντίκια δεν προστατεύονταν", ανέφερε ο Schmitz-Peiffer και πρόσθεσε:

"Για πάνω από μια δεκαετία, υποτίθεται ότι το PKCε δρα απευθείας στο ήπαρ - με αυτή τη λογική, αυτά τα ποντίκια θα έπρεπε να έχουν προστατευθεί από τον διαβήτη. Είμασταν τόσο έκπληκτοι από αυτό, που πιστέψαμε ότι είχαμε εξελίξει εσφαλμένα τα ποντίκια μας. Επιβεβαιώσαμε την απομάκρυνση του ενζύμου και τα τσεκάραμε πάλι με διάφορους τρόπους, αλλά εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν δυσανεξία στη γλυκόζη όταν τους χορηγούσαμε δίαιτα με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά. Αυτό που βρήκαμε, είναι ότι αν αφαιρέσουμε την παραγωγή του PKCε αποκλειστικά από τον λιπώδη ιστό, τα ποντίκια προστατεύονται από τη δυσανεξία στη γλυκόζη, παρόμοια με το αν αφαιρέσουμε το PKCε από ολόκληρο το ζώο. Επομένως, το PKCe δεν αναπτύσσει τον διαβήτη από το συκώτι, αλλά στην πραγματικότητα δρα από τον λιπώδη ιστό για να επιδεινώσει την ασθένεια", καταλήγει ο ερευνητής.

Πώς το PKCɛ επηρεάζει τα λιπώδη κύτταρα

Για να προσδιοριστεί ο ακριβής τρόπος με τον οποίο το PKCε επηρεάζει τον λιπώδη ιστό, οι ερευνητές εξέτασαν πώς το ένζυμο επηρέασε το σχήμα και το μέγεθος των λιπωδών κυττάρων.

"Κάτω από το μικροσκόπιο, τα λιπώδη κύτταρα φαίνονταν πολύ διαφορετικά", αναφέρει ο Schmitz-Peiffer. "Σε ποντίκια που τράφηκαν με λιπαρά και το PKCε αφαιρέθηκε από τον λιπώδη ιστό τους, παρατηρήσαμε κυρίως μικρά και υγιή λιποκύτταρα. Στα ποντίκια που ακολούθησαν διατροφή με υψηλή περιεκτικότητα σε λιπαρά και είχαν δυσανεξία στη γλυκόζη αλλά το PKCε παρέμεινε άθικτο, είδαμε περισσότερα από τα ανθυγιεινά, διογκωμένα λιπαρά κύτταρα που τείνουν να έχουν λιγότερη πρόσβαση στο οξυγόνο και να παρουσιάζουν φλεγμονές”. Αυτό υποδηλώνει στους ερευνητές ότι ο λιπώδης ιστός μπορεί να έχει πολύ μεγαλύτερη επίδραση στην μεταβολική υγεία από ό,τι θεωρούσαν μέχρι τώρα.

"Γνωρίζουμε ότι ο λιπώδης ιστός είναι πολύ περισσότερο από απλά μια αδρανής μάζα για την αποθήκευση λίπους", λέει ο Schmitz-Peiffer. «Είναι ένα πολύ δυναμικό όργανο, στέλνει πολλά μηνύματα και απελευθερώνει παράγοντες που επικοινωνούν με το υπόλοιπο σώμα, συμπεριλαμβανομένου του ήπατος. Εάν το PKCε μεταβάλλει τη φύση του λίπους και επηρεάζει τη γενική υγεία των λιπωδών κυττάρων, αλλάζει τους τύπους των μηνυμάτων που στέλνει και τους παράγοντες που απελευθερώνει - οι οποίοι θα μπορούσαν να δρουν στο ήπαρ και ενδεχομένως και σε άλλα όργανα ώστε να παρεμβαίνουν στον μεταβολισμό της γλυκόζης". Οι ερευνητές σχεδιάζουν να αναπτύξουν ένα φάρμακο το οποίο, όταν λαμβάνεται από το στόμα, μπορεί να παρεμβαίνει στο PKCε. "Αυτά τα αποτελέσματα μας δίνουν μια ακόμα καλύτερη ιδέα για το πώς να στοχεύσουμε στο PKCε για να αναπτύξουμε, κατά το δυνατόν, τις πιο αποτελεσματικές θεραπείες. Και η θεραπευτική στόχευση της PKCε θα είναι μια νέα πιθανή προσέγγιση για τη θεραπεία του διαβήτη".

Φωτεινή Πουρνάρα

Όροι: 
Κατηγοριες: