Ρακή ή Τσικουδιά η Ελληνική

Η ρακή ή τσικουδιά - το διάφανο μυρωδάτο νέκταρ της κρητικής γης - δεν είναι απλά ένα τοπικό προϊόν. Είναι το απόσταγμα μιας γνήσιας παράδοσης, η ταυτότητα μιας κουλτούρας που συνδέεται απόλυτα με την καθημερινότητα των περήφανων κατοίκων της, εκφράζοντας με τον καλύτερο τρόπο την κρητική φιλοξενία.

Σάββατο, 17 Ιουνίου 2017

Σε μια τέτοια περιοχή, όπως η Κρήτη, με την πλούσια οινική παραγωγή και παράδοση ήδη από τα Μινωικά χρόνια, βρήκε πρόσφορο έδαφος η τέχνη της απόσταξης, η οποία στον Ελλαδικό χώρο ξεκίνησε από το Άγιον Όρος περί τον 15ο αιώνα, όπως μαρτυρούν έγγραφα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και εξαπλώθηκε γρήγορα σε όλη την Τουρκοκρατούμενη Ανατολή. Έτσι, γίνεται και η Κρήτη, μαζί με την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη και την Αλεξάνδρεια, κέντρο απόσταξης. Στη δεκαετία του 1920, ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας Ελευθέριος Βενιζέλος ψήφισε νόμο στη Βουλή για την από-σταξη της ρακής, με τον οποίο δόθηκαν οι πρώτες άδειες για ρακοκάζανα σε αγρότες και αμπελουργούς της Κρήτης, έτσι ώστε να αρχίσουν να παράγουν νόμιμα τη ρακή.
Ονομάζεται ρακή επειδή είναι απόσταγμα που παράγεται από ρώγες (αρχαία ελληνικά: ραξ ή ιωνικά: ρωξ – ρώγες σταφυλιών).  Λέγεται και τσικουδιά, επειδή τα στέμφυλα στην Κρήτη λέγονται και τσίκουδα. Είναι διαφορετικό ποτό από το τούρκικο ρακί ή το τσίπουρο, αφού αυτά έχουν αρωματικές προσθήκες και είναι διπλής απόσταξης, ενώ η τσικουδιά όχι. 

Το 1989, με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η «τσικουδιά Κρήτης» θεωρείται "προϊόν προστατευόμενης γεωγραφικής ένδειξης".  

Περιέχει περίπου 37% αλκοόλ γεγονός που το κατατάσσει στην κατηγορία των πλέον δυνατών αλκοολούχων ποτών.

Η διαδικασία της απόσταξης

Τα υπολείμματα του μούστου κατά την παραγωγή του κρασιού που απομένουν από το πάτημα των σταφυλιών, σφραγίζονται μέσα σε βαρέλια. Εκεί παραμένουν μέχρι την ολοκλήρωση της ζύμωσης, οπότε πλέον είναι έτοιμα για την απόσταξη. Το προϊόν που προκύπτει μετά την ολοκλήρωση της ζύμωσης είναι τα στέμφυλα ή τσίκουδα . Έπειτα μεταφέρονται από τα βαρέλια σε καζάνια, τα οποία ονομά¬ζονται ρακοκάζανα ή άμβυκες, όπου αφού σφραγιστούν όσο γίνεται πιο καλά και ερμητικά, αρχίζουν να βράζουν και όταν πλέον φτάσουν στην απαιτούμενη θερμοκρα¬σία ξεκινά η διεργασία της απόσταξης. Ο πολύ αργός ρυθμός στην όλη διαδικασία εξασφαλίζει το βέλτιστο αποτέλε¬σμα. Κάθε καζανιά μπορεί να χρειαστεί περίπου τρεις ώρες. Από το καπάκι του καζανιού, μέσα από ένα σωληνάκι του που είναι τοποθετημένο σε αυτό και ψύχεται εξωτερικά με νερό, ρέει το απόσταγμα και έπειτα υγροποιείται ο ατμός που βγαίνει ως τσικουδιά. Πιο δυνατό θεωρείται το πρώτο απόστα¬γμα που θα κυλήσει και το οποίο ονομάζεται  «πρωτοράκι». 

Η τσικουδιά στην Κρήτη, πέραν των άλλων, είναι ένδειξη φιλίας και ευγένειας και εργαλείο επικοινωνίας.  Με μια τσικουδιά οι Κρητικοί εύχονται αλλά και υποδέχονται τους επισκέπτες τους, με αυτήν συζητούν και χωρατεύουν στα καφενεία, με αυτήν ξεπερνούν τις λύπες και λύνουν τις διαφορές τους.

Ο τελετουργικός χαρακτήρας παραγωγής της ρακής, τα περίφημα «καζανέματα» διαρκούν περίπου ένα δίμηνο (μέχρι τα μέσα Δεκεμβρίου) και εξελίσσονται σε μια κυριολεκτικά μοναδική γιορτή.  Γίνονται σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους, όπου περίοπτη θέση κατέχει φυσικά το ρακοκάζανο.  Όλοι γιορτάζουν στήνοντας χορό γύρω από τη «ρούμπα» (το σωλινάκι από όπου στάζει η πρώτη ρακή)  σαν μια παρέα, δοκιμάζοντας διάφορους συνοδευτικούς παραδοσιακούς μεζέδες της Κρήτης.

Tags: 
Όροι: 
Κατηγοριες: